Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010

Ο ΚΑΦΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η ιστορία του καφέ στην Ελλάδα αρχίζει από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η Ελλάδα, σαν τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δοκιμάζει τον καφέ πριν από την υπόλοιπη Ευρώπη. Ιδιαίτερα οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Θεσσαλονίκης και γενικά της Βορείου Ελλάδος πρώτοι γνωρίζουν και συνηθίζουν τον καφέ μαζί με τους Τούρκους. Στην Θεσσαλονίκη του 17ου αιώνα σύμφωνα με τις πηγές, υπάρχουν περισσότερα από 300 καφενεία όπου συχνάζουν Έλληνες και Τούρκοι, ενώ μεγάλο αριθμό καφενείων συναντά κανείς και σε άλλες πόλεις, όπως τις Καβάλα, Δράμα κ.α.
Στην Αθήνα και τις πόλεις της Νοτίου Ελλάδος τα καφενεία εμφανίζονται αργότερα. Στην αρχή είναι μικρά και συχνάζουν σε αυτά μόνο Τούρκοι, σταδιακά όμως η πελατεία τους εμπλουτίζεται και με Έλληνες. Σύμφωνα με τον Παπαδιαμάντη, από το 1760 η συνήθεια του καφέ μεταδίδεται και στην υπόλοιπη Ελλάδα με αφετηρία πάντα την Κωνσταντινούπολη.
Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα τα καφενεία κάνουν και τη δουλειά του καφεκόπτη, δηλαδή προμηθεύονται πράσινο ακατέργαστο καφέ και αφού τον καβουρδίσουν, τον αλέθουν σε μικρούς χειροκίνητους μύλους. Το καβούρδισμα γίνεται μέσα σε ειδικά τηγάνια που είναι καλυμμένα με μεταλλικό καπάκι και έχουν χερούλι για το συνεχές ανακάτεμα του καφέ. Μπορεί να γίνει επίσης με περιστροφικό ψήσιμο, σε κύλινδρο που λειτουργεί όπως ακριβώς ο οβελίας του Πάσχα. Το άλεσμα του καφέ γίνεται είτε με χειροκίνητους μύλους, είτε με τη μέθοδο του κοπανίσματος. Τα μεγάλα καφενεία μάλιστα έχουν έναν υπάλληλο που έχει σαν αποκλειστική του απασχόληση το κοπάνισμα του καφέ, εργασία που γίνεται στην είσοδο του καφενείου για την προσέλκυση της πελατείας.
Μέχρι το 1900 περίπου δεν υπάρχουν ειδικά καταστήματα για την πώληση του καφέ. Η εισαγωγή γίνεται από εισαγωγείς ειδών Γενικού Εμπορίου μαζί με την ζάχαρη, το κακάο, το τσάι και άλλα είδη διατροφής. Από τους εισαγωγείς ο καφές διοχετεύεται στην κατανάλωση μέσω των καταστημάτων λιανικής πώλησης τροφίμων, των γνωστών "μπακάλικων". Οι νοικοκυρές αγοράζουν όπως και τα καφενεία τον καφέ σε πράσινη μορφή και τον επεξεργάζονται στο σπίτι, προσθέτοντας μάλιστα και λίγο σιτάρι , κριθάρι ή ρεβίθι για να διαρκέσει περισσότερο, αφού ο καφές είναι πολύ ακριβός για το μέσο εισόδημα της εποχής.
Τα πρώτα ειδικά καταστήματα για τον καφέ, τα λεγόμενα Καφεποιεία, που γρήγορα μετονομάζονται σε Καφεκοπτεία, εμφανίζονται στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ο αιώνα και ασχολούνται αποκλειστικά με την εισαγωγή, επεξεργασία και πώλησης του καφέ έτοιμου για κατανάλωση. Από τα πρώτα Καφεκοπτεία της Αθήνας είναι ο "Οικος Μπέλκα" στην Πλατεία Δημοτικού Θεάτρου (σημερινή Πλατεία Κοτζιά) και το καφεκοπτείο Ανδρέα Ριζόπουλου στην ίδια περιοχή. Το 1914 ανοίγει το καφεκοπτείο Μισεγιάννη - Μάστορη στην αρχή της οδού Σκουφά στο Κολωνάκι, ενώ το 1920 ανοίγει το πρώτο καφεκοπτείο Λουμίδη στον Πειραιά.
Την δεκαετία του 1920, το Καφεκοπτείο Μισεγιάννη, μετά από παραγγελία του ξενοδοχείου "Μεγάλη Βρετανία" εισάγει στην ελληνική αγορά τον Γαλλικό Καφέ και στη συνέχεια και όλα τα υπόλοιπα είδη καφέ που συνηθίζονται στην Ευρώπη. Στην δεκαετία του 30 ανοίγουν πολλά καφεκοπτεία, ενώ κατά την διάρκεια της κατοχής του 1940-44, λόγω έλλειψης του είδους, όσα κατορθώνουν να επιβιώσουν ασχολούνται με την επεξεργασία υποκατάστατων του καφέ ( ρεβίθι, κριθάρι, λούπινο) και παράλληλα με το εμπόριο διαφόρων ειδών, μη σχετικών με τον καφέ.
Μετά την απελευθέρωση αρχίζει μια περίοδος σκληρών κυβερνητικών παρεμβάσεων στην τιμή του καφέ, για συναλλαγματικούς λόγους, που έχει σαν αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητας του προσφερόμενου Ελληνικού καφέ και τη στροφή του καταναλωτή προς τον νεοεμφανισθέντα, και χωρίς κανένα έλεγχο τιμής στιγμιαίο καφέ. Καφενεία, Κυλικεία, Καφετέριες, καταστήματα Τροφίμων παραμερίζουν τον ελληνικό καφέ - που σιγά-σιγά περιθωριοποιείται - και προωθούν τον στιγμιαίο γιατί τους προσφέρει μεγαλύτερο κέρδος. Μόλις την δεκαετία του 80 αρχίζει η ομαλοποίηση της Αγοράς και επιστροφή στις καλές ποιότητες καφέ, αλλά η μεγάλη ζημιά έχει ήδη γίνει, ιδιαίτερα δε στην νεολαία που έχει πια συνηθίσει τον στιγμιαίο καφέ, ένα προϊόν φυσικοχημικής επεξεργασίας, γνωστό ότι βλάπτει την υγεία του ανθρώπου (καρδιά, νεύρα, στομάχι).
Σήμερα στην Ελλάδα η αγορά του καφέ έχει ομαλοποιηθεί πλήρως και μπορεί κανείς να απολαύσει οποιοδήποτε είδος και ποικιλία καφέ επιθυμεί.

Η ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΦΕ
• Ο καφές - ποικιλία Αράμπικα- ανακαλύφθηκε στα υψίπεδα της Αιθιοπίας και της Υεμένης τον 6 ο αιώνα μ.Χ. Μέχρι και τον 16 ο αιώνα καλλιεργούταν αποκλειστικά σε αυτές τις δύο χώρες.
• Το 1600 ένας Ινδός Μουσουλμάνος ονόματι Μπάμπα Μπουντάν μετέφερε παράνομα σπόρους καφέ στην επαρχία της Μυσόρης στην Ινδία, όπου και αρχίζει συστηματική καλλιέργεια.
• Μεταξύ 1620 και 1660 οι Ολλανδοί μετέφεραν σπόρους από την Ινδία και έστησαν φυτείες στις αποικίες τους στην Ιάβα και την Κευλάνη.
• Γύρω στο 1700, ο καφές εισήχθη στην αυλή του Λουδοβίκου του 14 ου από τον Τούρκο πρέσβη Σουλειμάν Αγά. Το 1720 ένας αυλικός ονόματι Ματιέ ντε Κλιέ μετέφερε -μάλλον παράνομα- σπόρους στην αποικία της Μαρτινίκας όπου επίσης στήνεται σημαντική φυτεία. Ακολουθούν και άλλες αποικίες της Καραιβικής -μεταξύ των οποίων και η Γαλλική Γουιάνα- αλλά και η Ρευνιόν στον Ινδικό Ωκεανό.
• Το 1727 ένας Βραζιλιάνος αντισυνταγματάρχης γοητεύει την γυναίκα του κυβερνήτη της Γαλλικής Γουιάνας και καταφέρνει να της αποσπάσει φυτά καφέ που μεταφυτεύει στην πατρίδα του. Μέσα στον επόμενο αιώνα η Βραζιλία γεμίζει φυτείες και μετά από την καταστροφή των φυτειών σε Ινδία, Κευλάνη και Ινδονησία το 1860 από μικρόβιο γίνεται η αδιαμφισβήτητη κυρίαρχος στην παγκοσμια παραγωγή.
• Μεταξύ 1890 και 1930 επιχειρείται η διείσδυση του καφέ στην Δυτική Αφρική όπου και ανακαλύπτεται η αυτοφυής ποικιλία Ρομπούστα στις Δυτικες ακτές του Ζαίρ.
• Το πρώτο μισό του 20ου αιώνα η καλλιέργεια του Αράμπικα εξαπλώνεται στην Λατινική Αμερική, από το Μεξικό και την Γουατεμάλα ως την Κολομβία και το Περού.
• Το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα η Ρομπούστα εξαπλώνεται σε Δυτική και Νότια Αφρική και αναβιώνει τις φυτείες σε Ινδία, Ινδονησία και Ινδοκίνα.

Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Η ιστορία του τσαγιού



Προέλευση

Οι Κινέζοι πίνουν τσάι εδώ και 5.000 χρόνια. Το πώς ξεκίνησε καλύπτεται από μύθους, ο πιο διαδεδομένος από τους οποίους αφορά τον αυτοκράτορα Shen Nung . Η τυχαία ανακάλυψη του τσαγιού από αυτόν τοποθετείται στο ακριβές, αλλά ακόμα ιστορικά αβάσιμο έτος 2737 π.Χ..
Οι Κινέζοι πίνουν τσάι για λόγους υγείας και απόλαυσης για χιλιάδες έτη. Κανένας δεν ξέρει τι ακριβώς τους τράβηξε την προσοχή στα στιλπνά, πράσινα φύλλα της καμέλιας sinensis, αλλά ένας δημοφιλής μύθος καλύπτει το κενό στη γνώση μας.
Μια ημέρα ο αυτοκράτορας Shen Nung ήταν έτοιμος να πιει βρασμένο νερό, όταν ξαφνικά φύσηξε και έπεσαν μερικά φύλλα στο σκεύος από ένα δέντρο που κρεμόταν από πάνω. Περίεργος όπως ήταν ο αυτοκράτορας αποφάσισε να δοκιμάσει αυτό το περίεργο στην όψη μίγμα. Ανακάλυψε ότι αυτό το παρασκεύασμα ήταν εύγευστο και αναζωογονητικό.
Ένας ινδικός μύθος αποδίδει την ανακάλυψη του τσαγιού στο βουδιστή μοναχό Bodhidharma. Ήταν φυσιολογικά κουρασμένος καθώς μια επταετής περίοδος αϋπνίας έφτανε στο τέλος της. Στην απόγνωσή του μάσησε μερικά φύλλα από ένα κοντινό δέντρο, και αμέσως ένιωσε ανανεωμένος.
Η Ινδία είναι τώρα ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς τσαγιού παγκοσμίως, όμως δεν υπάρχει κανένα ιστορικό αρχείο για την κατανάλωση τσαγιού στην Ινδία πριν από το δέκατο ένατο αιώνα. Το πείραμα μασήματος φύλλων του Bodhidharma ποτέ δεν έγινε γωνστό στο ευρύ κοινό.
Ένας άλλος (Ιαπωνικός) μύθος για το στοχαστικό βουδιστή μοναχό, Bodhidharma, περιγράφει πώς έριξε τα γερμένα βλέφαρά του στο έδαφος από την απογοήτευσή του που δεν μπορούσε να μείνει άγρυπνος. Οι θάμνοι τσαγιού εμφανίστηκαν εκεί όπου έπεσαν τα βλέφαρα του. Τα φύλλα αυτών των νέων θάμνων θεράπευσαν ως εκ θαύματος την κούρασή του.
Το τσάι δεν είναι εγγενές στην Ιαπωνία, έτσι αυτός ο μύθος τουλάχιστον παρέχει μια εξήγηση για την ξαφνική εμφάνισή του στα νησιά. Η πραγματικότητα είναι λιγότερο παραστατική: στις αρχές του ενάτου αιώνα, ένας διορατικός Ιάπωνας μοναχός που ονομάζονταν Dengyo Daishi πήρε μαζί του σπόρους τσαγιού καθώς επέστρεφε από την Κίνα.
Η μέθοδος παρασκευής τσαγιού με το ανοιχτό σκεύος η οποία έχει αποδοθεί στον αυτοκράτορα Shen Nung άντεξε πολύ στο χρόνου. Πέρασαν άλλα 4.000 χρόνια προτού να αναπτυχθεί η μέθοδος παρασκευής που χρησιμοποιούμε σήμερα.
Κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Ming (1368-1644), οι Κινέζοι άρχισαν τα μουλιάζουν τα φύλλα τσαγιού στο βρασμένο νερό. Με μερικές προσαρμογές, οι παραδοσιακές Κινέζικες κανάτες κρασιού έγιναν τέλεια τσαγερά.

Τσάι

Η λέξη ' tea ' (τσάι) και όλες οι παγκόσμιες παραλλαγές του στην ορθογραφία και την προφορά προέρχονται από μια ενιαία πηγή. ''Te'' σημαίνει τσάι στην κινεζική διάλεκτο Amoy. Η λέξη ' cha ' στην διάλεκτο των μανδαρίνων έχει επίσης δημιουργήσει παράγωγα σε όλο τον κόσμο.
Το τσάι έφθασε στην Ευρώπη στις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα. Παρά τις υπερβολλικές αξιώσεις για τις ιατρικές ιδιότητές του, οι Ευρωπαίοι προτιμούσαν τη γεύση του καφέ. Μόνο σε ορισμένους αριστοκρατικούς κύκλους ήταν δημοφιλές το τσάι.

Η άφιξη στην Ευρώπη

Στις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα Ολλανδοί και Πορτογάλοι έμποροι ήταν οι πρώτοι που εισήγαγαν το Κινέζικο τσάι στην Ευρώπη. Οι Πορτογάλοι το φόρτωναν από το λιμάνι Μακάο της Κίνας, ενώ οι Ολλανδοί το έφερναν στην Ευρώπη μέσω Ινδονησίας .
Το περίεργο παρασκεύασμα που ερχόταν ανάμεσα στα φορτία μεταξιού και μπαχαρικών δεν έγινε αμέσως δημοφιλές. Οι Ευρωπαίοι το δοκίμαζαν αλλά προτιμούσαν τη γεύση του καφέ. Οι επιφυλακτικοί Άγγλοι περίμεναν μέχρι το 1652 προτού να αρχίσουν να εμπορεύονται το τσάι.
Οι Ρώσοι ήταν πρώτοι θιασώτες του τσαγιού. Το τσάι τους έφθανε από ξηράς πάνω σε καμήλες από την Κίνα.
Δεδομένου ότι το πάθος για το τσάι αυξήθηκε στη Ρωσία, ο αριθμός των καμηλών που ταξίδευαν από την Ασία μεγάλωνε. Μέχρι το τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα, αρκετές χιλιάδες καμήλες οι οποίες ταξίδευαν σε σχηματισμούς των 200-300 κάθε φορά, διέσχιζαν τα Κινεζικά σύνορα.
Ο υπερσιβηρικός σιδηρόδρομος έστειλε τις καμήλες σε μια καλά-κερδισμένη σύνταξη, αλλά το ρομαντικό ταξίδι τους ζει ως δημοφιλές και λεπτό μίγμα μαύρου τσαγιού της Κίνας γνωστό ως Russian Caravan (Ρωσικό Καραβάνι).

Βασιλική προώθηση

Κατά τον δέκατο έβδομο αιώνα στην Ευρώπη δεν υπήρχε τίποτα που να ενισχύει την πώληση ενός προϊόντος από τη βασιλική πατρωνία.
Η κατανάλωση τσαγιού παρουσίασε ένα τυχαίο ξέσπασμα κατά το 1662 όταν ο Άγγλος βασιλιάς Κάρολος ο δεύτερος παντρεύτηκε την Catherine Braganza, μια Πορτογαλίδα πριγκίπισσα η οποία κατανάλωνε φανατικά τσάι. Η Catherine άρχισε να παίρνει το τσάι μαζί της στο δικαστήριο σε λεπτά, διαφανή κινεζικά κύπελλα και δοχεία γεγονός το οποίο ακολούθησαν σύντομα και οι αυλικοί της.
Το τσάι ήταν ήδη ακριβό, αλλά τώρα ήταν μοντέρνο επίσης. Ξαφνικά το τσάι είχε το ύφος και την αποκλειστικότητα. Στα μάτια της ανήσυχης για την εικόνα της αριστοκρατία, ήταν ακαταμάχητο.
Στον δέκατος έβδομο αιώνα στην Ευρώπη, το τσάι ήταν ένα πρακτικό προϊόν με μεγάλες προοπτικές . Το νερό συνήθως ήταν ακατάλληλο για πόση. Για εκείνους που ήθελαν να αποφύγουν τις ασθένειες, οι επιλογές ήταν περιορισμένες: ένα συναρπαστικό φλιτζάνι βρασμένου νερού, ή μπύρα που ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να σκοτώσει τα βακτηρίδια.
Στη Μεγάλη Βρετανία και σε διάφορες άλλες χώρες, όπου η αγγλική μπύρα ήταν ένα κοινό ποτό για πρόγευμα, το τσάι ήρθε ως ευπρόσδεκτη εναλλακτική λύση. Επιτέλους υπήρχε ένα κατασταλτικό της δίψας το οποίο αναζωογονούσε και ενδυνάμωνε, είχε γεμάτη γεύση και ήταν προ πάντων ασφαλές στην πόση.
Στα πλούσια σπίτια του δεκάτου ογδόου αιώνα, η κατανάλωση τσαγιού ήταν μια μεγάλη τελετή.
Τα πολύτιμα φύλλα φυλάσσονταν συχνά κλειδωμένα σε έναν κουτί τσαγιού (caddy), για το οποίο υπήρχε πάντα μόνο ένα κλειδί. Μία ή δύο φορές την εβδομάδα, ξεκλείδωνε η κυρία του σπιτιού το κουτί για να σερβίρει τσάι ως οικογενειακό κέρασμα, ή για να εντυπωσιάσει έναν σημαντικό φιλοξενούμενο.
Η φίνα πορσελάνη στην οποία σέρβιραν το τσάι υπογράμμιζε τον οικογενειακό πλούτο, ενώ παράλληλα τόνιζε την αίσθηση της τελετής. Ήταν μια ευκαιρία για μια ευγενική γυναίκα να επιδείξει το χλωμό δέρμα και τη λεπτή δομή των οστών της απέναντι στη διαφανή αγνότητα της κινεζικής πορσελάνης. Αυτές οι δύο ιδιότητες ήταν ο τρόπος με τον οποίο η αγνότητα μιας κυρίας μετριόταν σε εκείνες τις ημέρες.


Η κοινωνική ζωή στο πρώτο μισό του δεκάτου ογδόου αιώνα έγινε πιο εξεζητημένη καθώς τα καφεκοπτεία αντικαταστάθηκαν από τους κήπους του τσαγιού. Οι κήποι τσαγιού εισήγαγαν το όραμα του παραδείσου, λεωφόροι με γραμμές δέντρων, περίπατοι υπό το φως φαναριών, μουσική, χοροί, πυροτεχνήματα και καλό φαγητό που συνοδευόταν από ένα φίνο φλιτζάνι τσαγιού.
Οι κήποι του τσαγιού δεν ήταν απλά για διασκέδαση αλλά ήταν και χώροι κοινωνικών επαφών. Μέσα στους εξωτικούς αυτούς χώρους οι βασιλείς και οι μάζες μπορούσαν να κάνουν περίπατο μαζί.
Η κατανάλωση τσαγιού αυξήθηκε δραματικά στις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα. Η μόδα καθώς και το μειωμένο κόστος ισχυροποίησε μία αγορά την οποία οι προμηθευτές δυσκολευόντουσαν να ικανοποιήσουν. Για να σπάσουν το Κινέζικο μονοπώλιο, οι έμποροι τσαγιού στράφηκαν στην Ινδία ώστε να καλύψουν το κενό.

Ινδία

Δεδομένου ότι η κατανάλωση τσαγιού αυξήθηκε στις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα, η East India Company έψαξε για νέες πηγές ανεφοδιασμού. Δεδομένου ότι οι Κινέζοι είχαν το μονοπώλιο στην καλλιέργεια τσαγιού, η λύση ήταν να φυτευτεί το τσάι αλλού.
Τα πρώτα πειράματα με τους Κινέζικους σπόρους τσαγιού πραγματοποιήθηκαν στο Assam, στη βορειοανατολική Ινδία. Δεν ήταν επιτυχείς, αν και οι ίδιοι σπόροι αναπτύχθηκαν στη συνέχεια καλά στο Darjeeling, στη βόρεια Ινδία.
Κατόπιν το 1820, οι βοτανολόγοι ανακάλυψαν μερικά μη ταυτοποιημένα δέντρα στο Assam. Έστειλαν δείγματα φύλλων στο Λονδίνο για ανάλυση. Τα δείγματα ταυτοποιήθηκαν αμέσως ως φυτά τσαγιού τα οποία ήταν προηγουμένως άγνωστα στην Ινδία - και έτσι η Ινδική βιομηχανία τσαγιού γεννήθηκε.

Συσκευασία

Μέχρι 1826, το τσάι πουλιόταν πάντα χύμα. Ήταν μια πρόκληση για τους αδίστακτους καταστηματάρχες για να το αλλοιώσουν με πρόσθετες ουσίες. Το 1826 ο John Horniman δημιούργησε μια συσκευασία όπου το τσάι βρισκόταν προ-σφραγισμένο μέσα σε μολύβδινο πακέτο, το οποίο όμως δεν άρεσε στους παντοπώλες. Προτίμησαν να ενισχύουν τα κέρδη τους με τον πατροπαράδοτο τρόπο. Ο Horniman δοκίμασε έπειτα μια διφορετική προσέγγιση στην αγορά. Έβαλε ιατρικά μηνύματα στη συσκευασία και πούλησε το τσάι του στους φαρμακοποιούς. Αυτοί και οι πελάτες τους ήταν πολύ πιο δεκτικοί στην προσέγγισή του.
Τα φακελάκια τσαγιού λέγεται ότι τυχαία ανακαλύφτηκαν. Ένας εισαγωγέας από τη Νέα Υόρκη που ονομαζόταν Thomas Sullivan έστειλε δείγματα τσαγιού στους πελάτες του μέσα σε μικρές μεταξένιες σακούλες. Στους πελάτες άρεσε σαφώς αυτή η ευκολία και σύντομα ζητούσαν όλο το τσάι τους να είναι τοποθετημένο σε φακελάκια.



Η ιστορία του καφέ

Υπάρχουν πολλοί μύθοι σχετικά με την ανακάλυψη του καφέ. Ο πιο γνωστός είναι σχετικά με ένα βοσκό με το όνομα Κάλντι, ο οποίος καθώς φυλάγε το κοπάδι του που έβοσκε σε μια πεδιάδα της Αιθιοπίας, παρατήρησε πως τα ζώα του έγινα πιο ζωηρά όταν εφάγαν από τους καρπούς ενός συγκεκριμένου θάμνου. Αφού δοκίμασε και ο ίδιος από αυτούς τους καρπούς και επιβεβαίωσε τις δυναμωτικές ιδιότητες του, αποφάσισε να πάρει τους καρπούς και να τους πάει σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν εκεί κοντά. Ο Ηγούμενος του μοναστηριού πίστεψε πως οι καρποί ήταν έργο του διαβόλου και τους πέταξε στη φωτιά. Όταν όμως οι καρποί άρχισαν να καίγονται αναβλύθηκε μια ξεχωριστή μυρωδία. Έτσι πήραν τους καρπούς απο τη φωτιά και οι μοναχοί μετά από διάφορες επεξεργασίες έμαθαν να φτιάχνουν αυτό το βαθύ σκούρο ποτό που απολαμβάνουμε μέχρι και σήμερα. Οι μοναχοί αποφάσισαν πως ο καρπός τελικά όχι μόνο δεν ήταν έργο του κακού, αλλά ήταν δώρο από το Θεό, αφού τους βοηθούσε να μένουν ξάγρυπνοι κατά την διάρκεια των προσευχών τους.

Σύμφωνα με πηγές η ονομασία "καφές" δεν προέρχεται, όπως πολλοί πιστεύουν από την Κάφφα της Αιθιοπίας, αλλά από την Αραβική λέξη "gahwa" που σημαίνει κρασί ή οποιοδήποτε ποτό φτιάχνεται από τα φυτά. Έτσι εξηγήται το ότι, όταν ο καφές ήρθε στην Ευρώπη, στις αρχές του 17ου αιώνα, ήταν γνωστός ως "Αραβικό κρασί".
Λέγεται πως η πρώτη αξιόλογη ποσότητα καφέ έφτασε στο Δυτικό κόσμο μέσω των Τούρκων, οι οποίοι μετά την ήττα τους στις πύλες της Βιέννης το 1683, άφησαν πίσω σάκους γεμάτους με κόκκους καφέ.

Οι Αυστριακοί έμαθαν αμέσως να καβουρδίζουν τους κόκκους του καφέ και να φτιάχνουν ένα πολύ αρωματικό ποτό το οποίο το σέρβιραν μαζί με κέϊκ που είχε σχήμα μισοφέγγαρου, για να γιορτάζουν τον θρίαμβό τους κατά των Τούρκων. Λέγεται επίσης πως ο κάφές ήρθε πρώτα στην Ευρώπη από τους έμπορους της Βενετίας από το 1615 και μετά.
Προς το τέλος του 17ου αιώνα άνοιξε το πρώτο καφεπωλείο, το οποίο γρήγορα έγινε πολύ γνωστό στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ένω πιστεύεται πως ο καφές ως φυτό εμφανίστηκε για πρώτη φορά στους αγρούς της Αιθιοπίας, το πρώτο φλυτζάνι καφέ επινοήθηκε από τους Άραβες. Ενω οι κάτοικοι των περιοχών όπου το φυτό του καφέ αναπτύσονταν, έτρωγαν τους πράσσινους καρπούς, άφου ίσως τους καβουρδίζαν, οι Άραβες ήταν αυτοί οι οποίοι άρχισαν να μετατρέπουν τους κόκκους του καφέ σε ποτό. Γύρω στον 14ο αιώνα άρχισαν να καλλιεργούν φυτά, τα οποία τα είχαν πάρει κατά τις εισβολές στην Υεμένη. Πολοί υποθέτουν ότι τα φυτά αυτά να βρέθηκαν στην Υεμένη τον 13ο αιώνα, κατα τις επιδρομές των Αβυσσινίων. Το πιθανότερο πάντως είναι πως οι Άραβες ήδη γνώριζαν τον καφέ πριν τον 10ο αιώνα.

Άρχικά ο καφές φτιαχόταν με το μούλιασμα των κόκκων σε κρύο νερό, αργότερα τα μουλιάζαν σε βραστό νερό και μόλις στο τέλος του 14ου αιώνα οι Άραβες ανακάλυψαν την διαδικασία του καβουρδίσματος. Τότε άρχισαν να αλέθουν τους κόκκους του καφέ και τους βράζουν σε νερό. Με αυτό τον τρόπο κατέληξαν στην εφεύρεση του καφέ που έμελε να κατάκτησει και τον υπόλοιπο κόσμο στην πορεία των επόμενων αιώνων.
Μόλις μετά την ανακάλυψη του καβουρδίσματος, ο καφές εξελίχθηκε σε ένα ιδιαίτερα δημοφιλές ποτό σε όλοκληρο τον Ισλαμικό κόσμο καθως και στις περιοχές που βρίσκονταν υπό Αραβικό καθεστώς. Η δημοτικότητα του καφέ στις περιοχές αυτές εξηγήται απο το γεγονός, οτί το αλκοόλ απαγορευόταν από το Κοράνι. Έτσι ο καφές ήταν ένα επιτρεπτό ποτό στα σπίτια αλλά και στα καφενεία εκείνης της εποχής, τα οποία γίνονταν όλο και περισσότερα, ως αποτέλεσμα της μεγάλης δημοτικότητας του καφέ.Σε αυτά τα καφενεία οι κάτοικοι έπιναν καφέ, ενώ άκουγαν μουσική, έπαιζαν τυχερά παιχνίδια ή συζητούσαν τα προβλήματα τους.


Η κατανάλωση του καφέ απλώθηκε σε όλο τον Αραβικό κόσμο αλλά και στις χώρες που είχε κατακτήσει το Αραβικό κράτος, όπως είναι η Τουρκία, η Ισπανία, τα Βαλκάνια και η Νότιος Αφρική.
Ο καφές ήταν γνωστός μόνο ως φήμη στις Ευρωπαϊκές χώρες μέχρι τον 16ο αιώνα. Πολλοί ταξίδιώτες συζητούσαν όταν επέστρεφαν από την Ανατολή για το καινούργιο αυτό ποτό που είχαν δοκιμάσει.
Η άποψη που θέλει τους Βένετους ως τους πρώτους που έφεραν τον καφέ στην Ευρώπη, βρίσκει σύμφωνους πολλούς ιστορικούς. Όταν οι κόκκοι καφέ έφτασαν στην Βενετία χρησιμοποιήθηκαν γαι θεραπευτικούς σκοπούς, καθώτι ήταν γνωστές οι θεραπευτικές ιδιότητες του καφέ. Πολύ σύντομα όμως οι Βενετσιάνοι έμαθαν να καβουρδίζουν τους κόκκους και να φτιάχνουν ένα αρωματικό ρόφημα. Έτσι ο καφές άρχισε να γίνεται δημοφιλής και στην Βενετία, στα μαγαζιά και στα σπίτια, και σιγα-σιγά να εξαπλώνεται σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες.
Οι Βενετσιάνοι κατείχαν το κύρος του ότι ήταν οι πρώτοι που εισήγαγαν τον καφέ από την Αραβία στην Ευρώπη. Για έναν περίπου αιώνα, προσπαθούσαν να κρατήσουν αυτό το μονοπώλειο που είχαν στο εμπόριο του καφέ. Οι Ολλανδοί απο την άλλη πλευρά ήταν οι πρώτοι που άρχισαν την παραγωγή καφέ έξω απο την περιοχή της Αραβίας. Για να εξασφαλίσουν το μονοπώλειο τους, καβούρδιζαν και άλεθαν τους κόκκους του καφέ πριν τον πουλήσουν στους ξένους, έτσι ώστε να μην διαθέτουν οι άλλες χώρες ακατέργαστο καφέ.
Η παραγωγή καφέ άρχισε να επεκτείνεται και σε άλλες χώρες γύρω στις αρχές του 18ου αιώνα. Συγκεκριμένα το 1730 μικρά φυτά καφέ μεταφέρθηκαν και φυτεύθηκαν στην Τζαμάϊκα, το ίδιο συνέβη το 1740 στην Ινδία και το Μεξικό, το 1784 στη Βενεζουέλα και στα τελη του αιώνα στη Κολομβία. Το ιδανικότερο όμως χώμα και κλίμα για την καλλιέργια του καφέ, βρέθηκε στη Βραζιλία. Από τότε η Βραζιλία, μετατράπηκε στην πρώτη σε παραγωγή καφέ χώρα και η παραγωγή αυτή αποτελεί την βασικότερη πηγή πλούτου της.